» Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι, γιατί οι άνθρωποι δεν εκρήγνυνται στους δρόμους;»  Το ακούω αυτό κάπου κάπου, από ανθρώπους με πλούσιο και ισχυρό υπόβαθρο. Υπάρχει ένα είδος δυσπιστίας. «Άλλωστε» αφήνεται να υπονοηθεί «εμείς ουρλιάζουμε με τη παραμικρή απειλή των φοροπαλλαγών μας, αν κάποιος απειλούσε την πρόσβαση μου σε τροφή ή στέγη, σίγουρα θα έκαιγα τράπεζες και θα ορμούσα στη βουλή. Τί πάει στραβά με αυτούς τους ανθρώπους;»

Είναι μια καλή ερώτηση. Θα νόμιζε κάποιος ότι μια κυβέρνηση, η οποία έχει φέρει τόση δυστυχία πάνω σε όσους έχουν τα λιγότερα μέσα να αντισταθούν, χωρίς καν να βελτιώνει την οικονομία, θα ήταν σε μεγάλο ρίσκο πολιτικής αυτοκτονίας. Αντίθετα, η βασική λογική της λιτότητας έχει γίνει αποδεκτή σχεδόν από όλους. Γιατί; Γιατί οι πολιτικοί που υπόσχονται συνεχή δυστυχία κερδίζουν οποιαδήποτε συναίνεση από την εργατική τάξη, ή ακόμα και υποστήριξη;

Η ίδια η δυσπιστία με την οποία ξεκίνησα, νομίζω προσφέρει μαι μερική απάντηση. Οι άνθρωποι της εργατικής τάξης μπορεί , όπως μας υπενθυμίζεται διαρκώς, να είναι λιγότερο λεπτολόγοι στα θέματα νόμου και κοσμιότητος από τους «καλύτερους» τους, αλλά επίσης είναι και πολύ λιγότερο εγωκεντρικοί. Νοιάζονται περισσότερο για τους φίλους τους, τις οικογένειες τους και τις κοινότητες τους. Στο σύνολο τουλάχιστον, είναι απλά θεμελιωδώς «καλύτερα παιδιά».

Σε ένα βαθμό αυτό δείχνει να αντανακλά έναν παγκόσμιο κοινωνιολογικό νόμο. Οι φεμινίστριες έχουν υποδείξει εδώ και καιρό ότι αυτοί που βρίσκονται στον πάτο κάθε άνισης κοινωνικής διαρρύθμισης τείνουν να σκέφτονται περισσότερο, και επομένως νοιάζονται, για αυτούς που είναι στην κορυφή, από όσο αυτοί στην κορυφή σκέφτονται ή νοιάζονται για αυτούς. Οι γυναίκες παντού τείνουν να σκέφτονται και να γνωρίζουν περισσότερα για τις ζωές των ανδρών, από ότι οι άνδρες για τις γυναίκες, όπως και οι μαύροι ξέρουν περισσότερα για τους λευκούς, οι εργαζόμενοι για τους εργοδότες, και οι φτωχοί για τους πλούσιους.

Και επειδή οι άνθρωποι είναι ενσυναισθητικά πλάσματα, η γνώση οδηγεί σε συμπόνοια. Οι πλούσιοι και ισχυροί παράλληλα μένουν στην άγνοια και στην αδιαφορία, γιατί έχουν την πολυτέλεια. Ένα μεγάλος βαθμός από ψυχολογικές μελέτες το  έχει επιβεβαιώσει πρόσφατα. Αυτοί που είναι γεννημένοι σε οικογένειες της εργατικής τάξης κατά κανόνα πιάνουν μεγαλύτερο σκορ σε τεστ αξιολόγησης των συναισθημάτων των άλλων από τους γόνους των πλουσίων ή των μεσαίων. Με έναν τρόπο αυτό δεν μας εκπλήσσει. Στο κάτω – κάτω  αυτό σημαίνει να είσαι «ισχυρός» : να μην έχεις υποχρέωση να δίνεις πολλή προσοχή στο τί σκέφτονται ή τί αισθάνονται οι άλλοι γύρω σου. Οι ισχυροί προσλαμβάνουν άλλους να το κάνουν αυτό για αυτούς.

Και ποιους προσλαμβάνουν; Κυρίως παιδιά της εργατικής τάξης. Εδώ πιστεύω έχουμε την τάση να τυφλωνόμαστε με την εμμονή μας (τολμώ να πω ρομαντικοποίηση;) της εργασίας στα εργοστάσια σαν το παράδειγμα μας για την «αληθινή εργασία» , τόσο που έχουμε ξεχάσει από τί αποτελείται η περισσότερη ανθρώπινη εργασία.

Ακόμα και στις μέρες του Καρλ Μαρξ ή του Τσαρλς Ντίκενς, οι γειτονιές της εργατικής τάξης ήταν τόπος κατοικίας για πολύ περισσότερες υπηρέτριες, λούστρους, σκουπιδιάρηδες, μάγειρες, νοσοκόμες, σωφέρ,  δασκάλους, πόρνες και πλανόδιους μανάβηδες από ότι εργαζόμενους σε ορυχεία, υφαντουργεία ή χυτήρια σιδήρου. Ακόμα περισσότεροι σήμερα.  Αυτό που θεωρούμε γυναικεία αρχετυπική εργασία – να προσέχουν τους άλλους, να φροντίζουν τις απαιτήσεις και τις ανάγκες τους, να εξηγούν, να καθησυχάζουν, να προβλέπουν τί χρειάζεται το αφεντικό ή τί σκέφτεται, και να μην  αναφέρουμε τη φροντίδα, την επίβλεψη και τη διατήρηση φυτών, ζώων, μηχανών και άλλων αντικειμένων – είναι ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό με το τί απασχολείται η εργατική τάξη από το σφυροκόπημα, σκάλισμα, ανύψωση ή συγκομιδή πραγμάτων.

Αυτό είναι αλήθεια όχι μόνο επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι της εργατικής τάξης είναι γυναίκες (μιας και οι περισσότεροι άνθρωποι γενικά είναι γυναίκες), αλλά γιατί έχουμε διαστρεβλωμένη άποψη με το τί απασχολούνται οι άντρες. Όπως αναγκάστηκαν να εξηγήσουν πρόσφατα εργαζόμενοι του μετρό που απεργούσαν σε αγανακτισμένους επιβάτες, οι «παραλήπτες εισιτηρίων» δεν περνάνε όλη την ώρα τους παραλαμβάνοντας εισιτήρια : ο περισσότερος τους χρόνος αφιερώνεται στο να εξηγούν πράγματα, να φτιάχνουν πράγματα, να βρίσκουν χαμένα παιδιά, να φροντίζουν τους ηλικιωμένους, τους άρρωστους και τους μπερδεμένους.

Αν το σκεφτείτε αυτό δεν είναι βασικά η ζωή; Τα ανθρώπινα όντα είναι πρότζεκτ αμοιβαίας δημιουργίας. Η περισσότερη δουλειά που κάνουμε είναι ο ένας πάνω στον άλλο. Η εργατική τάξη απλά κάνει ένα δυσανάλογο κομμάτι. Είναι «η τάξη που νοιάζεται» και ήταν πάντα. Είναι απλά η αδιάκοπη δαιμονοποίηση των φτωχών από αυτούς που ωφελούνται από την εργασία της φροντίδας τους που κάνει δύσκολη την αναγνώριση της στη δημόσια συζήτηση.

Σαν παιδί μίας οικογένειας της εργατικής τάξης μπορώ να επιβεβαιώσω ότι αυτό είναι που μας έκανε στην πραγματικότητα περήφανους. Μας λέγανε συχνά ότι η εργασία είναι αυταξία – φτιάχνει χαρακτήρα ή κάτι τέτοιο – αλλά κανένας δεν το πίστευε αυτό. Οι περισσότεροι από εμάς ένιωθαν ότι η δουλειά καλύτερα να αποφεύγεται, εκτός εάν ωφελούσε άλλους. Αλλά για δουλειά που πράγματι ωφελούσε, είτε σήμαινε να φτιάχνεις γέφυρες ή να αδειάζεις πάπιες νοσοκομείου, μπορούσες να είσαι δικαιωματικά περήφανος. Και υπήρχε και κάτι άλλο για το οποίο ήμασταν οπωσδήποτε περήφανοι : ότι ήμασταν οι καλοί άνθρωποι που φρόντιζαν ο ένας τον άλλο. Αυτό μας ξεχώριζε από τους πλούσιους, που από όσο βλέπαμε οι περισσότεροι, τις μισές φορές δεν μπορούσαν να νοιαστούν ούτε για τα ίδια τους τα παιδιά.

Υπάρχει λόγος που η απόλυτη αξία των μικρομεσαίων είναι η λιτότητα, και η απόλυτη αξία της εργατικής τάξης είναι η αλληλεγγύη. Αλλά αυτό είναι ακριβώς το σκοινί από το οποίο κρέμεται αυτή η τάξη τώρα. Κάποτε το να νοιάζεσαι για την κοινότητα σου σήμαινε να πολεμήσεις για την ίδια την εργατική τάξη. Τον παλιό καιρό που μιλούσαμε για «κοινωνική πρόοδο».  Σήμερα βλέπουμε τα αποτελέσματα ενός ανηλεούς πολέμου ενάντια στην ίδια την ιδέα της πολιτικής για την εργατική τάξη ή την κοινότητα της εργατικής τάξης. Αυτό δεν έχει αφήσει πολλές διεξόδους στην εργατική τάξη να εκφράσουν ότι νοιάζονται, παρά να το κατευθύνουν σε κάποια κατασκευασμένη περίσπαση: «τα εγγόνια μας», «το έθνος», είτε μέσα από τον εθνικισμό ή εκκλήσεις για συλλογική θυσία.

Σαν αποτέλεσμα όλα πάνε ανάποδα. Γενιές πολιτικής χειραγώγησης έχουν επιτέλους μετατρέψει την αίσθηση της αλληλεγγύης σε κατάρα. Το ότι νοιαζόμαστε έχει μετατραπεί σε όπλο εναντίον μας.  Και θα παραμείνει έτσι μέχρι η αριστερά, η οποία υποτίθεται μιλάει για τους εργαζόμενους, αρχίζει να σκέφτεται σοβαρά και στρατηγικά από ότι αποτελείται στην πραγματικότητα η περισσότερη εργασία, και τί θεωρούν οι εργαζόμενοι  ότι έχει αξία σε αυτή.

Μικρούλης σύνδεσμος : http://wp.me/p1lzKi-wQ